ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΑΡΓΥΡΗ ΜΠΑΡΗ
Ανέβηκε ψηλά το πνεύμα,
γέμισε δέος η ψυχή,
καθώς και πάλι διάβασα
τα ποιήματά σου, ποιητή.
«Ρούφηξα» την ανάλυση
του Ιάκωβου Ψαρρά
που ήτανε και ποιητής,
σε θαύμαζε βαθιά.
Μελέτησα και τις ροές·
σε ένιωσα κοντά·
συνάντησα την τρέλα σου,
με πήγε πιο ψηλά.
Εκεί συναντηθήκαμε ,
στου ουρανού την άκρη·
να υψώνεις τον χαρταετό
και γω να χύνω δάκρυ.
Με πήρες, με ταξίδεψες
σε πράσινα λιβάδια·
με βύθισες σε θάλασσες
και σε βαθιά ποτάμια.
Τη γύμνια σου την ένιωσα
στην αθωότητά σου·
τον πόνο που σε κούρσεψε
στην εντιμότητά σου.
Πόσο μεγάλος ήσουνα,
άραγε πόσοι ξέρουν.
Όμως υπάρχουμε κι εμείς,
έστω κι αν δεν το θέλουν.
Σήκωσες το ανάστημα
στη φλογερή ζωή σου·
έδωσες το παράδειγμα,
ύψωσες τη φωνή σου.
Η ποίησή σου μ’ άγγιξε·
με έφερε σιμά σου·
ο ύμνος για τη μάνα σου,
γυναίκα και παιδιά σου.
Ήσουν αθώος σαν παιδί·
έμεινες τέτοιος πάντα·
με μιαν αδούλωτη ψυχή
που φώναζε «νταγιάντα».
ΟΙ ομορφιές, τα χρώματα
τ’ αρώματα της φύσης
δεσπόζουνε στα ποιήματα,
με τέτοια μας δροσίζεις.
Όμως κι ο πόνος ο αψύς·
τα ερωτηματικά σου,
και ο βαθύς σου στοχασμός,
τ’ αποσιωπητικά σου…..
Θέτεις τα ερωτήματα·
κάποτε δίνεις λύσεις.
Ουσιαστικά μας συγκινείς,
μα και μας αφυπνίζεις.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου